Slider[Style1]

Style2

Style3[OneLeft]

Style3[OneRight]

Style4

Style5[ImagesOnly]

Style6

Ως υπογονιμοτητα ορίζεται η αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη και να τεκνοποιήσει έπειτα από διάστημα τουλάχιστον ενός έτους συστηματικής προσπάθειας χωρίς αντισυλληπτική προστασία. Το διάστημα αυτό περιορίζεται στους έξι μήνες στις γυναίκες άνω των 35 ετών.

Η υπογονιμότητα παίρνει ανησυχητικές δαστάσεις στην εποχή μας εφόσον τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν αυξηθεί σε μεγάλα ποσοστά. Σύμφωνα με έρευνες, το ποσοστό των ζευγαριών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας στη χώρα μας φτάνει το 20 - 25%, δηλαδή ένα στα πέντε ζευγάρια.


Αίτια υπογονιμότητας


Τα αίτια υπογονιμότητας ποικίλουν. Μπορεί να είναι μία διαταραχή στο αναπαραγωγικό σύστημα των γυναικών σε ποσοστό 30%, των ανδρών σε ποσοστό 30% και συνδυασμός και των δύο σε ποσοστό 20%. Επιπλέον, υπάρχει ένα ποσοστό 20% περιστατικών των οποίων τα αίτια είναι άγνωστα.

Σύμφωνα με μελέτες, η αύξηση της υπογονιμότητας μπορεί να οφείλεται σε κοινωνικά αίτια όπως είναι η καθυστέρηση της μητρότητας, αφού οι γυναίκες αποφασίζουν να τεκνοποιήσουν σε μεγαλύτερη ηλικία, καθώς και σε περιβαλλοντικά αίτια, για παράδειγμα οι διάφορες επιβαρύνσεις από διαφορετικές ρυπογόνες ουσίες. Ένας άλλος σημαντικός επιβαρυντικός παράγοντας υπογονιμότητας μπορεί να είναι κάποιου τύπου ανατομική ανωμαλία στο αναπαραγωγικό σύστημα της γυναίκας. Συνήθεις αιτίες μπορεί να είναι η ενδομητρίωση (καλοήθης νόσος όπου τα κύτταρα του ενδομήτριου προσκολλώνται σε διάφορα όργανα), διάφορες λοιμώξεις της πυέλου, επεμβάσεις στις ωοθήκες, ακόμα και δυσπλασίες της μήτρας. Η υπογονιμότητα μπορεί επίσης να οφείλεται και σε ορμονικές διαταραχές που έχουν σαν αποτέλεσμα τη μη φυσιολογική ωορρηξία. Η μη ακανόνιστη ωορρηξία, η οποία δυσκολεύει την επίτευξη εγκυμοσύνης μπορεί να οφείλεται σε κύριο λόγο στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Στους άνδρες η υπογονιμότητα σχετίζεται κυρίως με παράγοντες που επηρεάζουν την κινητικότητα και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Τα αίτια που συμβάλλουν μπορεί να είναι φλεγμονές, τραυματισμοί των γεννητικών οργάνων, ορμονικές διαταραχές, γενετικές χρωμοσωμικές διαταραχές ή ακόμη και χρόνια έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες.


Πρόληψη υπογονιμότητας

Αλλαγές στον τρόπο ζωής του ζευγαριού μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην πρόληψη της υπογονιμότητας. Σημαντικό ρόλο παίζει ο έλεγχος του σωματικού βάρους, όπου ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΒΜΙ) θα πρέπει να είναι μεταξύ 20 - 28 και θα πρέπει να συνδυάζεται με μία ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε λυκοπένιο, βιταμίνες C, Ε, Β και σελήνιο. Η κατάλληλη διατροφή και ήπια μορφή άσκησης συμβάλλουν στην ορμονική ισορροπία και την καλή κατάσταση του οργανισμού και του αναπαραγωγικού συστήματος. Συνίσταται ο περιορισμός του καφέ (μέχρι δύο φλιτζάνια τη μέρα) και του αλκοόλ (μέχρι τέσσερα ποτά την εβδομάδα) καθώς και η διακοπή του καπνίσματος εφόσον έχει αποδειχθεί σε μελέτες ότι μειώνει τη γονιμότητα. Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει αρνητικά τη γονιμότητα είναι το στρες. Γι’ αυτό είναι σημαντικό, τόσο ο άντρας όσο και η γυναίκα να αφιερώνουν χρόνο σε δραστηριότητες που τους χαλαρώνουν. Επίσης θα πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση σε επικίνδυνες χημικές ουσίες, όπως για παράδειγμα ουσίες που υπάρχουν σε γεωργικά φάρμακα ή διάφορα καθαριστικά. Τέλος, οι άνδρες θα πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση στενών εσωρούχων, θερμαινόμενων καθισμάτων, λάπτοπ και κινητών κοντά στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, επειδή αυξάνουν τη θερμοκρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν την υπογονιμότητα.


Υπογονιμότητα και ψυχολογία

Η τεκνοποίηση για πολλά ζευγάρια αποτελεί όνειρο ζωής και είναι μία απόφαση που αλλάζει ριζικά τη ζωής τους. Ωστόσο η ψυχολογική πίεση και το άγχος επιδρούν αρνητικά στην αναπαραγωγική διαδικασία. Μάλιστα ο ψυχολογικός παράγοντας, κατά τις διεθνείς βιβλιογραφικές αναφορές, έχει συνδεθεί σε ένα βαθμό με την υπογονιμότητα, καθώς ένα ποσοστό 10-15% των ζευγαριών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας δεν έχουν κάποιο οργανικό αίτιο. Το άγχος και η κατάθλιψη επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμότητα.

Όμως συμβαίνει και το αντίθετο, δηλαδή η υπογονιμότητα επηρεάζει ψυχολογικά το ζευγάρι και τη σχέση τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας αισθάνονται ντροπή και ενοχές. Νιώθουν επίσης ένα αίσθημα κοινωνικής ανεπάρκειας, εφόσον δεν μπορούν να εκπληρώσουν την κοινωνική τους υποχρέωση και να δημιουργήσουν οικογένεια.


Υπογονιμότητα και βιοσυντονισμός

Συχνά τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις θεραπείες υπογονιμότητας έχουν παρενέργειες και είναι αρκετά επιβαρυντικές για τη γυναίκα. Η μέθοδος του βιοσυντονισμού θα μπορούσε να εφαρμοστεί συνδυαστικά με τις παραδοσιακές μεθόδους της κλασσικής ιατρικής για καλύτερα αποτελέσματα, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα εξουδετέρωσης ορισμένων παρενεργειών των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε θεραπείες υπογονιμότητας. Γι’ αυτό και πολλοί καταφεύγουν στη μέθοδο του βιοσυντονισμού που είναι μία μέθοδος φυσική, ακίνδυνη, ανώδυνη και χωρίς παρενέργειες.

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό υπογονιμότητας οφείλεται σε μολυσματικούς παράγοντες, οι οποίοι τις περισσότερες των περιπτώσεων είναι ασυμπτωματικοί. Τα παράσιτα αυτά επηρεάζουν την παραγωγή και απορρόφηση των ορμονών και κατά συνέπεια τη γονιμότητα. Με τα μέσα που χρησιμοποιούνται στην κλασσική ιατρική δεν είναι πάντα εφικτή η ταυτοποίηση των παρασίτων αυτών και των τοξινών που παράγουν. Αντίθετα, με εναλλακτικές ιατρικές μεθόδους όπως ο βιοσυντονισμός, μπορούν να εντοπιστούν. Επιπλέον μπορούν να εντοπιστούν βαρέα μέταλλα και άλλες χημικές ουσίες που επιβαρύνουν τον οργανισμό και αυξάνουν την υπογονιμότητα.


Ο βιοσυντονισμός στοχεύει στην αντιμετώπιση των αιτιών που προκαλούν υπογονιμότητα και προχωρά στη θεραπεία μέσω συχνοτήτων του ίδιου του οργανισμού, με σκοπό να ενισχύσει τις λειτουργίες αποτοξίνωσης και αυτοίασης του οργανισμού. Μάλιστα για το κάθε παράσιτο, τοξίνη και χημική ουσία στο βιοσυντονισμό ακολουθείται στοχευμένη θεραπεία, προκειμένου να εξουδετερωθούν αυτοί οι επιβαρυντικοί παράγοντες. Αυτό επιτυγχάνεται να το διαχωρισμό των επιβαρυντικών ταλαντώσεων των ξένων ουσιών από το συνολικό φυσιολογικό φάσμα συχνοτήτων του οργανισμού και την επαναφορά της ενεργειακής ισορροπίας.

Εκτός από τις διάφορες επιβαρυντικές ουσίες, με τη μέθοδο του βιοσυντονισμού μπορούν να εντοπιστούν και να εξισορροπηθούν και άλλες επιβαρύνσεις που μπορεί να προέρχονται από ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες (πχ. ακτινοβολίες από το υπέδαφος, διάφορες συσκευές ή το περιβάλλον) καθώς και μπλοκαρίσματα ροής ενέργειας από παλιότερους τραυματισμούς και επηρεάζουν τη λειτουργία ολόκληρου του οργανισμού αλλά και την υπογονιμότητα. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την υπογονιμότητα και μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη μέθοδο του βιοσυντονισμού είναι οι διάφορες ορμονικές διαταραχές, οι χρόνιες λοιμώξεις καθώς και διάφορες τροφικές δυσανεξίες και αλλεργίες.

Αν ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα για την εφαρμογή του βιοσυντονισμού σε θέματα υπογονιμότητας, μπορείτε να επικοινωνήσετε με την ομάδα μας στο 698 00 59799 καθώς και στο biomedisteam@gmail.com.

Θα χαρούμε να σας βοηθήσουμε!

Αν επίθυμείτε να δείτε τις συσκευές biomedis και να παραγγείλετε κάποιο από τα προϊόντα της, μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.biomedisproducts.com



«
Next
Νεότερη ανάρτηση
»
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Post a Comment